Σπύρος Δοξιάδης (1917-1991)

Γιατρός, δάσκαλος, οραματιστής και εκσυγχρονιστής - μια προσωπική οπτική


Είναι πολύ λίγοι οι έλληνες γιατροί που με έχουν εντυπωσιάσει με το κοινωνικό τους έργο και το είδος της σχέσης που είχαν με την Ιατρική. Ένας από αυτούς είναι ο Σπύρος Δοξιάδης. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ τον θαύμαζα και τον θεωρούσα έναν εμπνευσμένο και ξεχωριστό γιατρό, δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να τον συναντήσω ή να εργαστώ γι’ αυτόν. Ο θαυμασμός μου μετουσιώθηκε με το πέρασμα του χρόνου σε ανάγκη να γράψω κάποτε μερικά λόγια για τον Δοξιάδη. Στα λόγια που ακολουθούν αναπολώ τα χρονικά σημεία όπου τα βήματα της δικής μου επαγγελματικής πορείας διασταυρώθηκαν με τη σκέψη και το πνεύμα του Σπύρου Δοξιάδη.


1971-1975: Στρατιωτική θητεία και προετοιμασία της φυγής

Το 1971, τελευταίο χρόνο των βασικών ιατρικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρέμενα ακόμα αναποφάσιστος και μπερδεμένος ως προς το ποιόν ιατρικό κλάδο, ποιά «ειδικότητα»

θα ακολουθούσα. Ήταν η εποχή της αποθέωσης των «ειδικών» και της σταδιακής εξαφάνισης των γενικών ιατρών. Ήξερα πάντως με τι δεν ήθελα να ασχοληθώ, τι δεν μου ταίριαζε. Δεν ήθελα να γίνω χειρουργός και κατά μείζονα λόγο δεν ήθελα να γίνω μαιευτήρας-γυναικολόγος. Ερωτοτροπούσα με την ιδέα της νευρολογίας και της καρδιολογίας αφού εύρισκα ότι τις χαρακτήριζε συναρπαστική εσωτερική λογική. Ακόμα, εύρισκα πολύ ελκυστική την ακτινολογία επηρεασμένος από την αγάπη μου για τη μορφή των πραγμάτων, τη φόρμα και την εικόνα. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, κυκλοφόρησε ένα θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο «Τα Μαγικά Χρόνια», με χαρακτηριστικό πράσινο σκληρό εξώφυλλο. Ήταν η ελληνική μετάφραση του ομότιτλου βιβλίου της Selma H. Fraiberg (παιδοψυχίατρου και καθηγήτριας της παιδικής ψυχανάλυσης στην ιατρική σχολή του University of Michigan), που είχε εκδοθεί σε πρώτη έκδοση το 1959 στις ΗΠΑ και πραγματευόταν το ζήτημα της ψυχοπνευματικής ανάπτυξης στην πρώιμη παιδική ηλικία, δηλαδή στα πρώτα έξι χρόνια της ζωής. Ο Σπύρος Δοξιάδης είχε
επιβλέψει την ελληνική έκδοση του βιβλίου και είχε γράψει τον πρόλογο. Μερικά χρόνια αργότερα, στη διάρκεια των παιδιατρικών σπουδών μου στις ΗΠΑ, απέκτησα και το πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα. Νομίζω ότι ήταν η πρώτη μάλλον φορά που σκέφτηκα σοβαρά να ασχοληθώ με το Παιδί όταν το 1972 αγόρασα και διάβασα εκείνο το βιβλίο και κυρίως τον πρόλογο του Δοξιάδη. Ήταν, πάντως, με βεβαιότητα η πρώτη φορά που πρόσεξα ότι ο Δοξιάδης δεν ήταν ένας συνηθισμένος επώνυμος γιατρός της εποχής του. Κατάλαβα ότι αυτός ο γιατρός, παράλληλα με τις πολλές κλινικές δραστηριότητες και ευθύνες του, θεωρούσε πολύ σημαντικό να είναι επίσης «δάσκαλος οικογενειών» και «δάσκαλος της πολιτείας» (όπως ο ίδιος έγραφε αλλού την ίδια εποχή), να πληροφορήσει τους γονείς, να εμπλουτίσει την ελληνική Παιδιατρική με τις έννοιες και τις ανάγκες της ανάπτυξης (development) του παιδιού.

Το 1973 βρέθηκα να υπηρετώ ως δόκιμος έφεδρος ανθυπίατρος σε μια στρατιωτική μονάδα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στη Θράκη. Μια μονάδα που εκείνα τα χρόνια είχε τη φήμη της μονάδας των «ανεπιθύμητων». Το ποιμενικό τοπίο, η γη έξω απ’ το στρατόπεδο και τα παιδιά του σχολείου – ντυμένα με τις υπέροχες τοπικές στολές στις εθνικές επετείους – υπέβαλλαν αισθήματα ηρεμίας, γαλήνης, ακόμα και κάποιας αισιοδοξίας. Μέσα στο στρατόπεδο κυριαρχούσε μια άλλη ατμόσφαιρα. Ατμόσφαιρα μονότονη και καταθλιπτική μαζί με ένα διάχυτο κλίμα καχυποψίας. Το βάρος της προσπάθειας που κατέβαλλα συνεχώς για να κερδίσω την εμπιστοσύνη των μονίμων αξιωματικών και την εκτίμηση των στρατευμένων παιδιών έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα, πιο σκληρά. Με είχαν όλοι τους δει να με κουβαλάει στο στρατόπεδο δεμένο με χειροπέδες ένα στρατιωτικό τζιπ ένα βράδυ του Δεκεμβρίου, λίγες μέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα. Εκείνο, δηλαδή, το βράδυ που ξαναντίκρυσα κανονικούς ανθρώπους ύστερα από την «εξαφάνισή» μου στην Αθήνα τη νύχτα που ξημέρωνε 17 Νοεμβρίου... «Μάθε πρέφα γιατρέ, αλλιώς δεν θα αντέξεις εδώ πάνω» μου φώναζε τα βράδια ο διοικητής της μονάδας καθισμένος με συναδέλφους του στο στρογγυλό τραπέζι με την πράσινη τσόχα στη λέσχη των αξιωματικών. Δεν έμαθα βέβαια πρέφα ούτε έπαιξα ποτέ. Στον ελεύθερο χρόνο μου διάβαζα συνεχώς, διάβαζα ημέρα και νύχτα. Διάβαζα για να αντιδράσω, για να αντέξω. Διάβαζα κυρίως για να περάσω τις γραπτές εξετάσεις – αναγκαίο όρο για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου να φύγω από τη χώρα και κυρίως για να μπορέσω να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να σπουδάσω Παιδιατρική στην Αμερική. Με τον καιρό ο διοικητής άρχισε να με συμπαθεί κι εγώ άρχισα να σκέφτομαι ότι ήταν μάλλον κι αυτός ένας από τους «ανεπιθύμητους» για τους ισχυρούς της Αθήνας... Ένα απόγευμα με επισκέφτηκε στο ιατρείο της μονάδας συνομήλικός μου περίπου γιατρός. Οπλίτης γιατρός, που είχε μόλις επιστρέψει από την άδειά του στην Αθήνα. Έδειξε ότι είχε ακούσει για μένα και πέρασε για να γνωριστούμε. Τον εμπιστεύθηκα και κουβεντιάσαμε για λίγα λεπτά πριν επιστρέψει στο πόστο του σε συνοριακό φυλάκιο. Κουβεντιάσαμε χαμηλόφωνα, περίπου συνωμοτικά. Πριν χωρίσουμε τον παρακάλεσα να μου αφήσει την εφημερίδα που κρατούσε στο χέρι του. Άφησε ευγενικά «Το Βήμα» κι’ έφυγε. Το περιεχόμενο στην εφημερίδα μονότονο και καταθλιπτικό - όπως σε κάθε εφημερίδα εκείνη την εποχή. Οι ειδήσεις απελπιστικά ομοιόμορφες, τα σχόλια απολύτως προβλεπτά. Περίπου χαμένο μέσα στο γκρίζο περιεχόμενο υπήρχε ένα άρθρο του Σπύρου Δοξιάδη. Το διάβασα αμέσως. Το ρούφηξα όπως η ξερή γη ρουφάει την αναπάντεχη βροχούλα. Ήταν ότι πιο δυνατό, θαρραλέο και φωτεινό είχα διαβάσει για πολύ καιρό. Δάκρυσα από χαρά και συγκίνηση. Ήταν το ένα από τα πέντε άρθρα που έγραψε ο Δοξιάδης εκείνον τον καιρό (δεν θυμάμαι πιο απ' όλα) και που είχαν τον γενικό τίτλο «Ο ρόλος του γιατρού στην κοινωνία». Οι επιμέρους τίτλοι ήσαν: «Ο γιατρός σαν θεραπευτής», «Ο γιατρός σαν ερευνητής», «Ο γιατρός σαν εκπαιδευτής», «Ο γιατρός σαν πνευματικός άνθρωπος». Όταν τον Μάιο του 1974 απολύθηκα και επέστρεψα στην Αθήνα φρόντισα και  

βρήκα και τα υπόλοιπα άρθρα στην εφημερίδα «Το Βήμα». Αντιπροσώπευαν την επιτομή της ιατρικής φιλοσοφίας του Δοξιάδη. Ιδού ένα μικρό απόσπασμα από τα πέντε άρθρα. «Θάρρος γνώμης. Αυτό είναι και η μεγάλη μας έλλειψη. Πόσες γενναίες φωνές ακούσθηκαν από τους γιατρούς σε ηγετικές θέσεις για ζητήματα τεράστια, για θέματα καυτά που συγκινούσαν και συντάρασσαν τον κόσμο και ιδιαίτερα τους νέους;… Όχι μόνο αυτό, αλλά είδαμε και στα τελευταία χρόνια το θλιβερό φαινόμενο γιατρών που ενώ είχαν θάρρος γνώμης, το έχασαν και σφράγισαν το στόμα τους μόλις έγιναν μέλη μιας ηγετικής ομάδας και έφθασαν εκεί που ήθελαν. Θέλησαν σχεδόν όλοι αξιώματα και τιμές χωρίς να δεχθούν και τις βαρειές ευθύνες που φέρνει το αξίωμα και η βαρύτερη ευθύνη είναι το θάρρος της αλήθειας». Λίγο αργότερα μέσα στο 1974, το “Ίδρυμα Υγείας του Παιδιού” εξέδωσε τα πέντε άρθρα στη μορφή μικρού βιβλίου.Τα πέντε άρθρα του Σπύρου Δοξιάδη διατηρούν την αξία τους και θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να χρησιμεύσουν ως πνευματικό και ηθικό εφόδιο για φοιτητές Ιατρικής και νέους γιατρούς. Όσοι ενδιαφέρονται, μπορούν να τα βρουν (και να τα κατεβάσουν ή να τα τυπώσουν) εδώ.


1975-1987: Οδύσεια στον ιατρικώς προηγμένο Κόσμο

To 1977 συνέχιζα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στις ΗΠΑ, την ειδίκευσή μου στην Παιδιατρική (είχε προηγηθεί το διάστημα των σπουδών μου σε Σκωτία και Αγγλία). Παρέμενα αφοσιωμένος στην εξάσκηση και τη μελέτη της Γενικής Παιδιατρικής, δηλαδή των ζητημάτων περίθαλψης και διατήρησης της υγείας των παιδιών, των νεογνών, των βρεφών και των εφήβων. Δεν μπορούσα ακόμα να φανταστώ ότι στο μέλλον θα αφιέρωνα την επαγγελματική μου ζωή αποκλειστικώς στην Παιδιατρική Καρδιολογία (επίσημη υποειδικότητα της Παιδιατρικής, αναγνωρισμένη στις ΗΠΑ ήδη από το 1961). Ο πατέρας μου λοιπόν, γενικός γιατρός για πολλά χρόνια στο Αίγιο όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, είχε αντιληφθεί τον θαυμασμό μου για τον Δοξιάδη κι έτσι τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς μου έστειλε το νέο του βιβλίο με τίτλο «Παιδιατρική Θεραπευτική», βιβλίο που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1976 με αφιέρωση του Σπύρου Απ. Δοξιάδη

«Στη γυναίκα μου». Ήταν η δεύτερη έκδοση του βιβλίου. Η πρώτη έκδοση είχε κυκλοφορήσει το 1955, δύο ή τρία χρόνια μετά την επιστροφή του Δοξιάδη από την Αγγλία και θα αναφερθώ σε αυτήν παρακάτω. Πρέπει να ομολογήσω ότι, αν και χάρηκα που παρέλαβα το 1977 την «Παιδιατρική Θεραπευτική», δεν διάβασα εκείνο το βιβλίο πρακτικώς καθόλου για ποικίλους λόγους. Το ωράριο της εργασίας στο νοσοκομείο ήταν σκληρό και απαιτητικό κι άφηνε περιορισμένα χρονικά περιθώρια για μελέτη στο σπίτι. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι τα εντόνως αρνητικά μου αισθήματα για τις νοοτροπίες, τις πρακτικές και κυρίως το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας με είχαν οδηγήσει στο να απορρίπτω εκείνη την εποχή γενικώς κάθε ιατρικού περιεχομένου κείμενο γραμμένο στην ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, τα σχετικά βιβλία στην αγγλική γλώσσα διεκδικούσαν πιεστικά τον περιορισμένο χρόνο μου. Ασχολήθηκα λίγο με το βιβλίο αυτό μετά τον επαναπατρισμό μου το 1987. Ολόκληρο το βιβλίο το χαρακτηρίζει η μεθοδικότητα και η πρακτικότητα του πνεύματος του Δοξιάδη. Είναι νομίζω περίπου μοναδική για εκείνη την εποχή (ακόμα και για τη σημερινή) η παράθεση των περιεχομένων του βιβλίου στις πρώτες σελίδες και  κυρίως η χρήση στο τέλος του βιβλίου «Ευρετηρίου Όρων και Ονομάτων» στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα – η χρήση δηλαδή του τόσο χρήσιμου “Index” πολλών ξενόγλωσσων βιβλίων και επιστημονικών συγγραμμάτων. Είναι επίσης εμφανής η προσήλωσή του Δοξιάδη στον επιστημολογικό ρατιοναλισμό, η πυκνή και επίκαιρη για την εποχή τεκμηρίωση με βιβλιογραφικές παραπομπές. Γράφει - με τρόπο ενδεικτικό απλότητας, ταπεινότητας και αυτοπεποίθησης - ο συγγραφέας προλογίζοντας το βιβλίο του: «Δεν ξέρω πόσο μπορεί να βοηθήσει τον έμπειρο παιδίατρο που εργάζεται σε μεγάλο νοσοκομείο... Έτσι ένας νοσοκομειακός παιδίατρος που έχει π.χ. ειδικό ενδιαφέρον για τις αρρώστιες του αίματος ή των νεφρών ή των ενδοκρινών αδένων θα θεωρήσει τα σχετικά κεφάλαια πολύ γνωστά, ασφαλώς σύντομα, ίσως απλοϊκά. Ελπίζω όμως ότι σε άλλα κεφάλαια θα βρει χρήσιμες γνώσεις και ότι θα βοηθηθεί από το γενικότερο πνεύμα που προσπάθησα να δώσω στο βιβλίο, το πνεύμα της κριτικής ανάλυσης της αξίας κάθε θεραπευτικής μεθόδου που προτείνεται».

Τον Ιανουάριο του 1978 ο πατέρας μου μού έστειλε στις ΗΠΑ και νέο βιβλίο του Δοξιάδη. Ο τίτλος του ήταν «Ένας γιατρός σκέπτεται και γράφει». Είχε εκδοθεί στην Αθήνα το 1977 και

αποτελούσε ουσιαστικώς συλλογή των επιφυλλίδων που ο Δοξιάδης είχε γράψει - ύστερα από πρόταση του φίλου του Λέοντος Καραπαναγιώτη, εκδότη τότε της εφημερίδας - μία ανά μήνα, για την εφημερίδα «Το Βήμα» ανάμεσα στον Οκτώβριο του 1974 και τον Δεκέμβριο του 1976. Στο βιβλίο, οι επιφυλλίδες είχαν οργανωθεί στις ακόλουθες πέντε ενότητες ανάλογα με το περιεχόμενο και τον σκοπό τους: «Υγεία», «Παιδεία», «Πανεπιστήμια Νέα και Παλιά», «Έρευνα» και «Ευθύνες Όλων μας (κοινωνικά θέματα)». Από το σύνολο εκείνων των επιφυλλίδων ξεχωρίζω ενδεικτικά δύο. Η μία είχε τίτλο «Γράμμα σε πρωτοετή φοιτητή» και γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1975. Σ’ αυτήν διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Πολλά θα μπορούσα να σου πω για το πώς θα εξασκήσεις σκέψη και κρίση, για το πώς θ’ αποφεύγεις την αμάθεια που φέρνει η μηχανική αποθήκευση γνώσεων.  Δεν πρέπει όμως κι εγώ να πέσω στην παγίδα και να σου δώσω κάτι έτοιμο. Σου γράφω λοιπόν ποιες θεώρησε ο Roger Bacon τις πηγές της αμάθειας: τη ματαιοδοξία, την πίστη στις γνώμες του όχλου, το σέβας στις γνώμες των σοφών, τη συνήθεια. Και σ’ αφήνω να σκεφτείς ποια σχέση μπορεί νά ‘χουν αυτές με την προσπάθειά-σου ν’ αρχίσεις να γίνεσαι επιστήμονας (πρόσεξε ιδιαίτερα την τρίτη)». Και αλλού διαβάζουμε: «Ασχολήσου, ασχολήσου έντονα με κάθε φοιτητική δράση, προσπαθώντας πάντα να έχεις και να εκδηλώνεις τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τον πνευματικό αγωνιστή: αντικειμενικότητα, ψυχραιμία και θάρρος. Δε θα βρεις όμως γύρω σου στους πανεπιστημιακούς χώρους πολλά παραδείγματα για μίμηση και για πρότυπα». Η άλλη επιφυλλίδα που ξεχωρίζω είχε τίτλο «Η πολιτική ευθύνη του επιστήμονα» και σ’ αυτήν διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Έτσι και σ’ ένα πλατύτερο κοινωνικό σύνολο, σε μια χώρα ή και στον κόσμο ολόκληρο οι επιστήμονες έχουν ένα ειδικό ρόλο να παίξουν. Έχουν μια ιδιαίτερη ευθύνη, μόνο και μόνο επειδή είναι επιστήμονες. Η ευθύνη αυτή έχει σχέση με θέματα που ενδιαφέρουν τους πολλούς, την “πόλη”, είναι ευθύνη πολιτική. Ο επιστήμονας όχι μόνο α-πολιτικός δεν πρέπει να είναι, αλλά, αντίθετα, έχει βαριά πολιτική ευθύνη».

Το καλοκαίρι του 1982 επισκέφτηκα για διακοπές τη χώρα. Είχα ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές μου στην Παιδιατρική Καρδιολογία. Θα συνέχιζα δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μου στη βασική έρευνα στο Mayo Clinic της Minnesota. Παραλλήλως, διατηρούσα τη φιλοδοξία ότι θα μπορούσα στο μέλλον να βοηθήσω ως ειδικός παιδοκαρδιολόγος στη λειτουργία του υπό κατασκευήν «παιδοκαρδιοχειρουργικού κέντρου» στο νοσοκομείο παίδων της Αθήνας «Η Αγία Σοφία». Ο Σπύρος Δοξιάδης είχε αντικατασταθεί στο Υπουργείο Υγείας από τον Παρασκευά Αυγερινό, υπουργό της νέας κυβέρνησης. Οι πρωτοβουλίες και τα σχέδια του Δοξιάδη είχαν ακυρωθεί συμπεριλαμβανομένης της εμπνευσμένης πολιτικής με γενικό τίτλο «Αγωγή για Υγεία». Πολλά χρόνια αργότερα ο πνευμονολόγος καθηγητής Παναγιώτης Μπεχράκης θα δηλώσει: «Ήταν [ο Δοξιάδης] ο πρώτος πολιτικός άνθρωπος ο οποίος διείδε τις επιπτώσεις που είχε η διαδικασία του καπνίσματος στη δημόσια υγεία. Είχε αρχίσει μεγάλη και οργανωμένη τότε καμπάνια που είχε αποτελέσματα. Σταμάτησε γιατί άλλαξε ο υπουργός» (εφημερίδα “Έθνος”, 30 Ιουνίου 2009). Εκείνο, λοιπόν, το καλοκαίρι του 1982 επισκέφτηκα και συνομίλησα με διάφορους γιατρούς. Ο καθηγητής Νίκος Ματσανιώτης, που επισκέφτηκα στο γραφείο του στο νοσοκομείο «Η Αγία Σοφία», ήταν συγκρατημένος και ασαφής ως προς τις προοπτικές λειτουργίας του «παιδοκαρδιοχειρουργικού κέντρου» και πάντως δεν έδειξε ενδιαφέρον για την περίπτωσή μου. Κάποιοι φίλοι μού συνέστησαν ότι πρέπει να δω οπωσδήποτε έναν συγκεκριμένο γιατρό, που μου τον περιέγραψαν περίπου σαν τον άνθρωπο που λύνει και δένει στα παρασκήνια της νέας κυβέρνησης. Τον επισκέφτηκα στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο, όπου εργαζόταν ως καρδιοχειρουργός. Προσπάθησα να πληροφορηθώ για το  «παιδοκαρδιοχειρουργικό κέντρο» στο νοσοκομείο «Η Αγία Σοφία» και τις προοπτικές του. Σε κάποιο σημείο της σύντομης συνάντησής μας, ο συνομιλητής μου μού δήλωσε με υπεροπτικό ύφος: «Δασκαλόπουλε, αν περιμένεις να γίνεις διευθυντής για να γυρίσεις στην Ελλάδα ξέχασέ το! Εμείς έχουμε αποφασίσει ποιοι θα γίνουν διευθυντές». Απογοητευμένος, μπήκα σε λίγες ημέρες στο αεροπλάνο της επιστροφής. Ο «λύνει και δένει» συνομιλητής μου έγινε σε λίγο καιρό διευθυντής της καρδιοχειρουργικής κλινικής στο νοσοκομείο «Η Αγία Σοφία»… Όμως, η νοσταλγία της πατρίδας

είχε γίνει ανυπόφορη. Έτσι, όταν το 1984 προκηρύχτηκαν θέσεις «Παιδοκαρδιολογίας» για τα δύο νοσοκομεία παίδων της Αθήνας έδειξα το ενδιαφέρον μου. Τον Ιούλιο του 1984 υπέβαλα γραπτή αίτηση για θέση είτε «διευθυντή» ή «επιμελητή Α». Την κατέθεσε με όλους τους τύπους η οικογένειά μου στην Αθήνα. Στο επισυναπτόμενο «έντυπο βιογραφικού σημειώματος» του Υπουργείου Υγείας και στην παράγραφο με τίτλο «Ε/ Κοινωνική προσφορά και δράση» είχα γράψει απλώς τη λέξη «Ιατρός». Δεν στάθηκα τυχερός και ουδεμία απάντηση στην αίτησή μου έλαβα ποτέ. Το καλοκαίρι του 1985 βρέθηκα πάλι στην Αθήνα. Πήγα στο Υπουργείο Υγείας για να πληροφορηθώ για την τύχη της αίτησής μου. Ήταν μια τυπική υπόθεση. Ένα είδος διεκδίκησης διαφάνειας και αξιοπρέπειας, μια ευκαιρία επιβεβαίωσης του αυτοσεβασμού μου. Από πρακτική άποψη, ήταν ήδη γνωστό ότι το θέμα είχει κλείσει μιας που οι θέσεις είχαν ήδη καταληφθεί από άλλους. Υπουργός Υγείας ήταν τότε ο Γιώργος Γεννηματάς. Παρέμεινα έξω απ’ το γραφείο του σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Επέμεινα σταθερά και ευγενικά να δω τον υπουργό, αλλά στάθηκε αδύνατον. Έφυγα απογοητευμένος. Με κατεβασμένο το κεφάλι επέστρεψα στο Μαρούσι, ενώ στον νου μου ηχούσε πάλι, σαν τραγική ειρωνεία αυτή τη φορά, η μακρινή φωνή από το 1982 του «λύνει και δένει» καρδιοχειρουργού: «Δασκαλόπουλε, αν περιμένεις να γίνεις διευθυντής για να γυρίσεις στην Ελλάδα ξέχασέ το! Εμείς έχουμε αποφασίσει ποιοι θα γίνουν διευθυντές». Εκείνη την ημέρα σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ μάλλον να επιστρέψω οριστικά στην Ελλάδα. Ότι ίσως δεν θα έπρεπε ακόμα και να το επιχειρήσω ποτέ… Λίγο πρίν επιστρέψω στο San Antonio (όπου εργαζόμουν στο University of Texas), έκανα τη συνηθισμένη βόλτα σε βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία. Ξεχώρισα και αγόρασα ανάμεσα σε άλλα κι ένα βιβλίο με τίτλο «Υγεία – Κοινωνία – Πολιτική: Το Συμπόσιο του “Αντί” για το Εθνικό Σύστημα Υγείας». Είχε εκδοθεί
λίγες ημέρες νωρίτερα και αποτελούσε την έκδοση των πρακτικών διήμερου συμποσίου που είχε οργανώσει το περιοδικό «Αντί» τον Απρίλιο του 1984. Είχε πρόσφατα ψηφιστεί ο σχετικός νόμος για το «εθνικό σύστημα υγείας» (ΕΣΥ) και τα πρώτα μεγάλα προβλήματα είχαν ήδη εμφανιστεί. Σε εκείνο το συμπόσιο πήραν μέρος ως ομιλητές γιατροί, συνδικαλιστές, καθηγητές πανεπιστημίου, ερευνητές και άλλοι. Προσεκλήθη και μίλησε και ο Σπύρος Δοξιάδης. Θα μπορούσε να έχει ευγενικά αρνηθεί αφού πλέον δεν ήταν υπουργός, πολύ περισσότερο αφού η νέα κυβέρνηση είχε εναντιωθεί στο όραμά του και τις πολιτικές του. Αντιθέτως, παρέστη και με ευγένεια και ταπεινόητα έκανε πολλές χρήσιμες παρατηρήσεις. Με τη στάση του έδειξε ότι πολύ πιο σημαντικό γι’ αυτόν από τους τίτλους και τα αξιώματα ήταν να συνεχίσει να συμβάλλει με κάθε τρόπο στον προβληματισμό για τα ζητήματα της υγείας και της περίθαλψης. Ανάμεσα σε άλλα, ο Δοξιάδης είχε κάνει και τις ακόλουθες καίριες παρατηρήσεις: «Μιλάμε όλοι για Εθνικό Σύστημα Υγείας, το Υπουργείο μετονομάστηκε σε Υγείας και Πρόνοιας, αλλά ελάχιστοι συζητούν, σκέπτονται και προγραμματίζουν πραγματικά για Υγεία. Όλοι περιστρέφονται γύρω από τη νοσηλεία των αρρώστων και, ακόμα πιο στενά, γύρω από το θεσμό του νοσοκομειακού γιατρού». Παρακάτω στο βιβλίο διαβάζουμε: «…ποτέ δεν θα έχουμε ένα ικανοποιητικό σύστημα, αν κάθε νέα κυβέρνηση θεωρεί πως πρέπει να ανατρέψει ό,τι έκανε η προηγούμενη, για λόγους στενόκαρδα κομματικούς. Χρειάζεται κάποια υπερκομματική πολιτική, όπως ήδη αναφέρθηκε». Το βιβλίο μού κράτησε συντροφιά στο ταξίδι πάνω απ’ τον Ατλαντικό Ωκεανό. Οι παρατηρήσεις του Δοξιάδη λειτούργησαν σαν γιατρικό στον πόνο από την πρόσφατη απόρριψή μου. Ένοιωσα την ίδια συγκίνηση, τα ίδια αισθήματα ελπίδας και αισιοδοξίας  που μου είχε δημιουργήσει το άρθρο του Δοξιάδη στην εφημερίδα «Το Βήμα» ενείνον τον θλιβερό Δεκέμβριο του 1973 στη μακρινή μεθοριακή μονάδα. Ο Σπύρος Δοξιάδης είχε καταφέρει και πάλι να μου δείξει μια μικρή φωτεινή χαραμάδα, να με κάνει να ελπίζω ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν αυτόν ο τόπος μας θα μπορούσε κάποτε να έρθει πιο κοντά στην Ευρώπη και την κουλτούρα της.


1987-1992: Επαναπατρισμός και μάχη με το Τέρας

Στις αρχές του 1987, ένα ανέλπιστο τηλεφώνημα από την Αθήνα με ειδοποιούσε ότι αν το ήθελα θα μπορούσα να διεκδικήσω θέση Διευθυντού Παιδοκαρδιολογίας στο ΕΣΥ που μόλις είχε

προκηρυχτεί. Οι προϋποθέσεις φαινόντουσαν πολύ καλές, κυρίως επειδή θα μπορούσα να εργάζομαι και στο ήδη αποπερατωμένο «παιδοκαρδιοχειρουργικό κέντρο» στο διπλανό νοσοκομείο. Η επικοινωνία μου με αρμοδίους καθώς και οι υποσχέσεις και δεσμεύσεις τους ήταν προφορικές και ποτέ δεν πήραν τη μορφή γραπτής συμφωνίας. Το είχα δεχτεί, αφού τότε πίστευα αφελώς ότι η «εντιμότητα» και ο «λόγος τιμής» ήταν νομίσματα που δεν είχαν χάσει εντελώς την αξία τους στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, η αθεράπευτη νοσταλγία νίκησε τελικώς στην πάλη της με τις «Σειρήνες» της καταξίωσης, της σταθερότητας και της ευημερίας που με χίλιους κόπους είχα κατακτήσει στις ΗΠΑ. Ένα εισητήριο one-way στο jumbo jet της KLM με έφερε τον Αύγουστο του 1987 οριστικά στην Ελλάδα. Επέστρεψα οικογενειακώς στην Αθήνα, παρά τις εντονότατες αντιρρήσεις της συζύγου μου. Άρχισα αμέσως να εργάζομαι στο νοσοκομείο με πολύ θετική διάθεση και την πεποίθηση ότι μπορώ να επηρεάσω και να αλλάξω πολλά πράγματα. Ήταν εποχή απόλυτης μετριότητας και σκανδαλώδους κομματισμού στη ζωή των δημόσιων νοσοκομείων. Ήταν η εποχή που γιατροί-συνδικαλιστές και γιατροί-χαμαιλέοντες όριζαν τη ζωή του νοσοκομείου και επένδυαν στη δύναμή τους, που συχνά ξεπερνούσε τη δύναμη ακόμα και του ίδιου του υπουργού Υγείας. Ήταν η εποχή που η συναλλαγή και το μαύρο χρήμα ήταν φαινόμενα διάχυτα καθώς οι δοικήσεις των νοσοκομείων έκαναν τα στραβά μάτια. Ήταν η εποχή που ρίζωσαν και ευδοκίμησαν τα παράσιτα τύπου «Τομπούλογλου». Παραδέχτηκα σύντομα ότι ζούσα μια τραγική διάψευση των προσδοκιών μου και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς υπέβαλα την παραίτησή μου. Σε λίγες ημέρες μεταπείστηκα («υπομονή» μου συνέστησαν κάποιοι) και παρέμεινα στη θέση μου. Ωστόσο, με κάθε ημέρα που περνούσε εδραιωνόταν μέσα μου η αίσθηση ότι η ανάκληση εκείνης της παραίτησης ήταν μεγάλο λάθος. Έβλεπα πλέον ότι η «έσχατη πλάνη» ήταν «χείρων της πρώτης». Οι αντιρρήσεις της συζύγου μου είχαν αποδειχτεί απολύτως βάσιμες. Όμως, ήμουνα πλέον αιχμάλωτος αφενός της μεγάλης ανάγκης να συνεχίσω να εργάζομαι για τα συμφέροντα των καρδιοπαθών παιδιών (που τα περισσότερα ήσαν παιδιά από τις λαϊκές τάξεις) και αφετέρου της πεποίθησης ότι πρέπει να πολεμήσω το Τέρας. Σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, με το πέρασμα του χρόνου διαπίστωνα καθημερινώς ότι η κατάσταση με την καρδιοχειρουργική βρεφών και παιδιών στο δημόσιο νοσοκομείο ήταν πολύ κακή. Τα αποτελέσματα των εγχειρήσεων ήσαν απαράδεκτα. Μελέτησα, λοιπόν, συστηματικά το φαινόμενο και ανακοίνωσα δημοσίως τα αποτελέσματά μου το 1990 από το βήμα εθνικών συνεδρίων. Και τότε το Τέρας όρμησε να με κατασπαράξει. Ήταν το τέρας του κομματισμού και του πελατειασμού. Το τέρας της κακοδιοίκησης, της διαφθοράς και των ειδικών προνομίων. Η μάχη ήταν αδυσώπητη. Συνάδελφοι γιατροί έφτασαν στο σημείο να μου απαγορεύσουν να χρησιμοποιώ - αν και διευθυντής - την υποδομή και τα μηχανήματα του δημόσιου νοσοκομείου! Το Τέρας χρησιμοποίησε κάθε μέσο που μπορεί να φανταστεί ένας αρρωστημένος νους για να με εξουδετερώσει. Ήταν το ίδιο ακριβώς τέρας που δάγκωσε και δηλητηρίασε την ίδια εποχή και τη χώρα ολόκληρη και οδήγησε τελικώς την κοινωνία στον πόνο, τον φόβο, την απελπισία και την καταστροφή… Άντεξα μέχρι το καλοκαίρι του 1992. Υπουργός Υγείας ήταν τότε ο Γιώργος Σούρλας, που η δημόσια εικόνα του μού έδινε την εντύπωση ανθρώπου εμπαθούς, ανασφαλούς και αγέλαστου. Δεν με γνώριζε και δεν τον γνώριζα (γνώριζα μόνο ότι ήταν γιατρός και ότι είχε διαπρέψει στο παρελθόν σε κομματικές νεολαίες και στον συνδικαλισμό). Συζήτησα μαζί του μία και μοναδική φορά στο γραφείο του στο Υπουργείο. Προσπάθησα να του μιλήσω ευγενικά για τα σοβαρά προβλήματα του νοσοκομείου και ειδικότερα του τμήματός μου. Με διέκοψε απότομα και μού δήλωσε απερίφραστα ότι σκοπός του ήταν να με απολύσει!.. Το Τέρας είχε ήδη από μακρού χρόνου διαταράξει σημαντικά την αναγκαία επαγγελματική μου ηρεμία καθώς και την ηρεμία της οικογενειακής μου ζωής. Όμως ήταν τότε, στο γραφείο του Σούρλα, που συνειδητοποίησα ότι το Τέρας είχε πραγματικό σκοπό να με καταστρέψει. Μάζεψα νύχτα τα προσωπικά μου αντικείμενα κι έφυγα από το νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσα… Ήταν Αύγουστος του 1992. Παραιτήθηκα τυπικώς πολλά χρόνια αργότερα (και αφού είχαν μεσολαβήσει πολλαπλές δικαστικές ήττες του Τέρατος από τη Δικαιοσύνη). Όταν τον Νοέμβριο του 2006 το Υπουργείο και ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος μου ζήτησαν - με επίσημη και γραπτή απόφασή τους - να επιστρέψω ως Διευθυντής Παιδοκαρδιολογίας στο διαβόητο νοσοκομείο, υπέβαλα χωρίς δεύτερη σκέψη την παραίτησή μου. Στην επιστολή παραίτησης προς τον υπουργό έγραψα μόνο αυτό: «Ο τόπος αυτός που µας πληγώνει, που µας εξευτελίζει (Γ. Σεφέρης, 1938)».

Στο θυελώδη χρόνια 1987-1992, έβρισκα συχνά καταφύγιο και ηθικό στήριγμα στον λόγο και το πνεύμα του Σπύρου Δοξιάδη. Στα παλιά κείμενά του αλλά και στα τρέχοντα. Πολλές από τις ιδέες και τις προτάσεις του ήσαν πράγματα που πάντα συμμεριζόμουνα. Άλλες φορές, τα λόγια του και το δικό του θάρρος με ενέπνεαν και μου έδιναν κουράγιο για να αντέξω στη μάχη με το Τέρας… Τα προβλήματα του ΕΣΥ είχαν ήδη γίνει πιεστικά και η κριτική είχε πυκνώσει. Τον Φεβρουάριο του 1988, το εξαιρετικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Οικονομικός Ταχυδρόμος» (που δυστυχώς έχει διακόψει την έκδοσή του) πρόσφερε τις σελίδες του σε μεγάλη έρευνα με αντικείμενο την «Υγεία και αρρώστια στην Ελλάδα». Η έρευνα είχε γίνει με πρωτοβουλία του Δοξιάδη, ο

οποίος για μια ακόμα φορά αποδείκνυε τον αδιάκοπο προβληματισμό του γι΄αυτά τα ζητήματα, την πίστη στο όραμά του, τη συνέπεια στον επιστημολογκό ρατιοναλισμό και τη σταθερή του διάθεση να συμβάλει με ιδέες και προτάσεις. Στη διάρκεια της πολύμηνης έρευνας δημοσιεύτηκαν εργασίες συνεργατών του Δοξιάδη καθώς και άρθρα και επιστολές και άλλων επιστημόνων και γιατρών. Όπως έγραψε ο ίδιος ο Δοξιάδης στο τέλος της έρευνας, «η βασική επιδίωξη των άρθρων της σειράς που προγραμμάτισα ήταν να γίνουν συγκεριμένες και εφικτές προτάσεις για το μέλλον». Η έρευνα ξεκίνησε με ένα κύριο άρθρο («συνταρακτικό κείμενο» το χαρακτήρισε ο Δοξιάδης) του διευθυντού του περιοδικού Γιάννη Μαρίνου. Στο άρθρο εκείνο, που είχε τον τίτλο «Ας ξαναδούμε όλοι το πρόβλημα της υγείας χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς», διαβάζουμε ανάμεσα σε άλλες απολύτως καίριες παρατηρήσεις: «…Αλλά στο κέντρο του προβλήματος είναι ο ασθενής κι όχι ο γιατρός, δηλαδή ο αμειβόμενος υπηρέτης (υποτίθεται) του ασθενούς. Τα συστήματα υγείας υπάρχουν χάριν των ασθενών και όχι των γιατρών. Ή τουλάχιστον αυτό είναι το δέον». Και παρακάτω: «Όταν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μας διασφαλίζει το δικαίωμα… και όλο το άλλο πλήθος σημαντικών και δευτερευουσών ελευθεριών που μια δημοκρατία εξασφαλίζει και εγγυάται, πώς είναι δυνατόν να αρνείται ταυτόχρονα στους πολίτες της το διακαίωμα της ελεύθερης εκλογής του γιατρού τους, όταν από αυτήν ενδεχόμενα εξαρτάται το πολυτιμότερο ανθρώπινο αγαθό, η ζωή μας;». Και στο τέλος: «Ο “Οικονομικός” που δεν έχει κανένα λόγο να υπεραμύνεται του άθλιου παρελθόντος, για την αλλαγή του οποίου μάλιστα αγωνίσθηκε, θεώρησε ότι οφείλει να συνεισφέρει στη διόρθωση των σημερινών αδιεξόδων με μια έρευνα, που εκπονήθηκε από επιτελείο διακεκριμένων ειδικών επιστημόνων με επικεφαλής τον πιο δικαιωθέντα από τα πράγματα υπουργό Υγείας των τελευταίων δεκαετιών κ. Σπύρο Δοξιάδη… Έστω κι αν οι δογματισμοί και κατεστημένα συμφέροντα όλων των πλευρών έχουν βάλει τον κ. Δοξιάδη στο περιθώριο». Ο ίδιος ο Δοξιάδης συνεισέφερε στην ίδια έρευνα με μια σειρά άρθρων. Τον Φεβρουάριο του 1988 στο άρθρο του με τίτλο «Προτάσεις για το μέλλον» έγραφε και τα εξής: «Προπαντός γνώση:... Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι ο σχεδιασμός ενός ΣΥΥ [ Συςτήματος Υπηρεσιών Υγείας] είναι πολιτικό αλλά και κυρίως επιστημονικό έργο με επιπτώσεις στην υγεία όλων των πολιτών. Όταν λοιπόν απαιτούμε για την υγεία ενός ατόμου ή ολίγων δεκάδων αρρώστων σ’ ένα νοσοκομείο υψηλό επίπεδο επιστημονικών γνώσεων και εμπειρίας… κατά ποία λογική δεν απαιτούμε το ίδιο από όσους σχεδιάζουν και εποπτεύουν ολόκληρο σύστημα που είναι υπεύθυνο για εκατομμύρια πολιτών;… Η τελευταία λοιπόν προϋπόθεση είναι η ύπαρξη στο υπουργείο Υγείας ενός σοβαρού, έμπειρου, ακομμάτιστου επιστημονικού επιτελείου». Τον Φεβρουάριο του 1989, ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» ολοκλήρωσε την έρευνα που είχε ξεκινήσει ένα χρόνο νωρίτερα με τρία συνεχόμενα άρθρα του Σπύρου Δοξιάδη. Στο πρώτο, με τίτλο «Πέντε βασικές αρχές για ένα πραγματικό σύστημα υπηρεσιών υγείας», ο Δοξιάδης ανέλυε τη σημασία των εξής αρχών: της «έρευνας» («Οποιαδήποτε μεταβολή, ο,τιδήποτε νέο, όχι μόνο σ΄ ένα Σύστημα Υπηρεσιών Υγείας, αλλά σε οποιαδήποτε προσπάθεια βελτίωσης, ενός κοινωνικού συστήματος, πρέπει να βασίζεται σε έρευνα»), της «απαλλαγής από κομματικές επιβολές και από κομματικά δεσμά», της «αξιοκρατίας», της «συνέπειας και σοβαρότητας», και της «ύπαρξης θάρρους» («Ίσως αυτή η τελευταία βασική αρχή είναι και η δυσκολότερη, Αν όμως αυτή δεν υπάρχει όλες οι προηγούμενες δεν θα καταλήξουν πουθενά»). Στο δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Προτάσεις κατά τομείς σε ένα Σύστημα Υπηρεσιών Υγείας», ανέλυε τις προτάσεις του για «επιτελική εργασία» (την ονόμασε «ομάδα προγραμματισμού υγείας»), για την «προαγωγή υγείας», για την «εξωνοσοκομειακή περίθαλψη», και για τη «νοσοκομειακή περίθαλψη». Στο τρίτο άρθρο του με τίτλο «Εκπαίδευση και σταδιοδρομία ιατρών σ’ ένα σύστημα υπηρεσιών υγείας», πραγματευόταν τα πολύ σημαντικά ζητήματα του «αριθμού ιατρών», της «προπτυχιακής εκπαίδευσης», της «μεταπτυχιακής εκπαίδευσης», της «ισόβιας εκπαίδευσης», και της «σταδιοδρομίας». Ανάμεσα σε άλλα, διαβάζουμε και κάτι που κι εγώ θεωρώ μέτρο αναγκαίο και απολύτως σχετικό με την ποιότητα, την ασφάλεια και το κόστος της δημόσιας υγείας. Γράφει ο Δοξιάδης: «Κάθε προσπάθεια για βελτίωση της προ- και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης των ιατρών, αλλά και κάθε προσπάθεια για τη βελτίωση των όρων εργασίας τους θα είναι ματαιοπονία αν δεν αντιμετωπισθεί το σοβαρό και ακανθώδες πρόβλημα του μεγάλου αριθμού ιατρών στη χώρα μας… Είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για δραστικό περιορισμό και των φοιτητών Ιατρικής στα ελληνικά πανεπιστήμια αλλά και - με κάποιον τρόπο - όσων έρχονται από το εξωτερικό… Αλλά για να στενέψουν όλες οι πύλες εισόδου στο ιατρικό επάγγελμα χρειάζεται περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο η πέμπτη προϋπόθεση… δηλαδή πολιτικό θάρρος. Είναι αυτό που κατ’ εξοχήν λείπει σήμερα και ας ελπίσομε ότι επόμενες κυβερνήσεις θα το αποκτήσουν, γιατί αλλιώς ελπίδα για καλύτερο σύστημα υπηρεσιών υγείας δεν υπάρχει»…

Έχουν περάσει εικοσιέξι (26) χρόνια από εκείνο το άρθρο και όμως το πρόβλημα του μεγάλου αριθμού των γιατρών στη χώρα μας παραμένει το ίδιο σοβαρό και ακανθώδες όπως και τότε. Όσο για το λεγόμενο «πολιτικό θάρρος», παραμένει είδος εν ανεπαρκεία στο πολιτικό μας σύστημα. Στα άρθρα του το 1988-1989 στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», ο Δοξιάδης αναφερόταν και στο νομοσχέδιο του 1981 με τίτλο «Μέτρα προστασίας της Υγείας». Ήταν προϊόν της επιστημονικής μελέτης και του ορθολογικού προγραμματισμού που έγιναν επί υπουργίας Δοξιάδη στο διάστημα 1977-1981. Δυστυχώς, το νομοσχέδιο πολεμήθηκε και τελικώς εξουδετερώθηκε από «φίλιες» δυνάμεις. Το Τέρας - το ίδιο ακριβώς τέρας στο οποίο αναφέρθηκα διεξοδικώς παραπάνω - είχε κατορθώσει να δαγκώσει και να θανατώσει το νομοσχέδιο πού ήταν ένα ακόμα πνευματικό τέκνο του Δοξιάδη.

1992-σήμερα: Ελεύθερος επαγγελματίας, ανεξάρτητος παιδοκαρδιολόγος

Ο Σπύρος Δοξιάδης έφυγε από τη ζωή το 1991. Έλειψε από τους πολλούς φίλους και συνεργάτες του που είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν. Παιδίατροι και επιστήμονες από την Ελλάδα, την Αγγλία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ σημείωσαν τη ξαφνική απουσία ενός σπουδαίου γιατρού. To 1992, o γερμανός παιδίατρος Hans-Rudolph Wiedmann (Καθηγητής Παιδιατρικής στο πανεπιστήμιο του Kiel – γνωστός κυρίως από το “Beckwith-Wiedmann syndrome”) αφιέρωσε στη μνήμη του Δοξιάδη ολοσέλιδο άρθρο του στο πολύ γνωστό επιστημονικό περιοδικό European Journal of Pediatrics με τίτλο «Σπύρος Α. Δοξιάδης (1917-1991)» και υπέρτιτλο «Οι πρωτοπόροι της παιδιατρικής ιατρικής» (The pioneers of pediatric medicine. Spyros A. Doxiadis (1917-1991). Eur J Pediatr. 1992 Jun;151(6):397). O Wiedemann αφού σκιαγραφήσει την επαγγελματική ζωή του Δοξιάδη, αναφέρεται στις ποικίλες διεθνείς διακρίσεις του και στο ενδιαφέρον του τα τελευταία χρόνια της ζωής του για την πρόληψη της νόσου και για την ιατρική ηθική (το 1990 εκδόθηκε στις ΗΠΑ το βιβλίο “Ethics in Health Education” του Δοξιάδη – ήταν ο editor). Στο τέλος του άρθρου διαβάζουμε: “Spyros Doxiadis was not only proud of his Greek citizenship but also a true and enthusiastic European. He had friends in many different countries, above all in England. His interests covered a wide range: paediatrics and child health, politics and education, ethics and history. He was infatigable and his achievements were manifold.” Το 1994 οι συνεργάτες του Δοξιάδη Πέτρος Δ. Λαπατσάνης, Sheena Νάκου, Στέφανος Παντελάκης και Τίμος Βαλαής έγραψαν και δημοσίευσαν άρθρο για να τιμήσουν τη μνήμη του στο σκανδιναβικό  - αγγλόγλωσσο και με διεθνές αναγνωστικό κοινό - επιστημονικό περιοδικό Acta Paediatrica με τίτλο: «Σπύρος Δοξιάδης: 1917-1991. Ένας πρωτοπόρος της κοινωνικής παιδιατρικής στην Ελλάδα» (Festschrift to Spyros Doxiadis: 1917-1991. A pioneer of social pediatrics in Greece. Acta Paediatr Suppl 1994 Mar;394:1-2). Οι συγγραφείς θυμούνται και απαριθμούν τους σπουδαιότερους σταθμούς στο ιατρικό, επιστημονικό και κοινωνικό έργο του Δοξιάδη, γιου του διακεκριμένου παιδιάτρου Απόστολου Δοξιάδη (1873-1942). Ανατρέχουν στην εργασία του Σπύρου Δοξιάδη ως νεαρού ιατρού στο δημόσιο βρεφοκομείο της Αθήνας στη διάρκεια των δύσκολων χρόνων της Κατοχής (1940-1945). Στην πολυετή μετεκπαίδευση και εργασία του στην Αγγλία (1945-1952), που κορυφώθηκε με τον διορισμό του ως Senior Lecturer της Παιδιατρικής στο Sheffield University. Στην ανάληψη της διεύθυνσης της νεογνικής μονάδας του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» (τότε γνωστού ως «Μαιευτηρίου Αλεξάνδρα») κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα (1952). Στον πολύ σημαντικό ρόλο του στον σχεδιασμό, την κατασκευή, την επιστημονική οργάνωση, την επίβλεψη και το συντονισμό του «Κέντρου Βρεφών Μητέρα» (που άνοιξε το 1955). Στην ανάληψη της διεύθυνσης παιδιατρικής κλινικής στο νοσοκομείο παίδων «Η Αγία Σοφία» (1962). Στην ίδρυση του πολύ σημαντικού και καθοριστικού για την πορεία της ελληνικής παιδιατρικής «Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού» (1965). Και τέλος στην εκ μέρους του αποδοχή της θέσης του Υπουργού Υγείας στην κυβέρνηση που εξελέγη μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας (1974). Για αυτήν την τελευταία θέση ευθύνης και καθήκοντος του Δοξιάδη, οι συγγραφείς αναφέρουν: “He believed that in this role he could make an even greater contribution to his country, and indeed his Ministry did achieve much, particularly in the fields of health education and health promotion. His prime vision as Minister was the reorganization of the Health Care Services, with emphasis on Primary Health Care, and much of his energy was devoted to the drawing up of legislation to provide for sweeping changes in the delivery of health care. He was not destined to see this legislation, his life's work as he described it, put into effect. Had it been approved, many aspects of health care in Greece would have been different today, but it was, as so many of his visions, ahead of its time, and it was rejected, to his great disappointment.” Στο ίδιο άρθρο, οι αφοσιωμένοι συνεργάτες του αναφέρονται γενικότερα στον χαρακτήρα, στον πνευματικό και ηθικό εξοπλισμό του Σπύρου Δοξιάδη: “Spyros was a real mover and shaker with a sharp, open mind and incredible vigor. A man ahead of his time, forward-looking and pioneering, he was able to examine critically the prevailing dogmas and to search creatively and dynamically for new solutions.”... “Spyros was still making plans to open new roads at the time of his death. He was an inexhaustible source of new ideas and activity. Those of us who had the fortune to work with him have been ineradicably influenced by his strong personality. He was a true intellectual who gave a great deal to his country. He was a great teacher. He opened new horizons. He blazed a trail. His progressive ideas will never cease to inspire and guide those working to improve the fate of children.”

Όταν τον Δεκέμβριο του 2005 πέθανε ο πατέρας μου, κληρονόμησα πολλά από τα ιατρικά του βιβλία (όπως και πολλά βιβλία του παππού μου, γιατρού και εκείνου), που μέχρι τότε δεν είχα προσέξει ιδιαιτέρως. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ανάμεσα σε αυτά ήταν και η «Παιδιατρική Θεραπευτική» του «Σπ. Απ. Δοξιάδου». Ήταν η πρώτη έκδοση του γνωστού από

μεταγενέστερες εκδόσεις βιβλίου. Είχε εκδοθεί στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1955 και ο συγγραφέας αφιέρωνε το βιβλίο του στον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο αδερφό του, που ήταν επίσης γιατρός: «Εις τον αδελφόν μου Θωμάν Απ. Δοξιάδην». Ξεφύλλισα, λοιπόν, και διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον μερικές σελίδες από εκείνη την αρχική έκδοση και αυτή η εμπειρία πυροδότησε πολλές σκέψεις. Την έκδοση είχε προλογίσει ο περίφημος και πολυγραφότατος βρετανός παιδίατρος Ronald S. Illingworth (1909-1990), Καθηγητής Παιδιατρικής (Professor of Child Health) στο Πανεπιστήμιο του Sheffield στην Αγγλία. Ανάμεσα σε άλλα κολακευτικά για τον Σπύρο Δοξιάδη λόγια, έγραφε: “…not only is he [Spyros Doxiadis] a personal friend of mine, but he was unquestioningly one of the most brilliant paediatricians whom we have had in this country.” Σε άλλο σημείο στον πρόλογό του ο R. S. Illingworth τόνιζε μια μεγάλη αλήθεια, που χαρακτήριζε μάλιστα με ιδιαίτερο τρόπο την κλινική ιατρική και την πανεπιστημιακή διδασκαλία της στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια: “I firmly believe that far too many doctors devote their energies to the study of rare diseases, and far too few to the really practical problems of how to prevent illness, and of how to treat it when it occurs.” Η κύρια διαπίστωσή μου από το ξεφύλλισμα είναι ότι ο Δοξιάδης είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια ώστε το βιβλίο του να είναι πραγματικά σύγχρονο, επιστημονικά θεμελιωμένο και χρήσιμο. Ολόκληρο το βιβλίο διαπνέεται από τις αρχές του επιστημονικού ρασιοναλισμού, αρχές μάλλον μη δημοφιλείς στην ελληνική ιατρική του 1955 και ίσως ακόμα και σήμερα. Ο συγγραφέας στον δικό του πρόλογο του βιβλίου έγραφε - σε άψογη καθαρεύουσα, που ήταν η τυπική γλώσσα που πολλοί διανοούμενοι της εποχής προτιμούσαν στον γραπτό λόγο τους - και τα εξής: «Ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἀρτίως ὠργανωμένων παιδιατρικῶν κλινικῶν εἰς τὸ μέγιστον μέρος τῆς χώρας μὲ ὑπεχρέωσεν ὅπως κατὰ τὴν συγγραφὴν τοῦ παρόντος ἔχω συνεχῶς πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς ἀνάγκας τοῦ γενικοῦ ιατροῦ καὶ τοῦ παιδιάτρου τοῦ ἐργαζομένου μακρὰν νοσοκομειακῶν εὐκολιῶν». Αλλού, ο Δοξιάδης εξηγούσε στον πρόλογό του αυτό που χαρακτηρίζει το συνολικό πνεύμα του βιβλίου του: «Ἴσης ὅμως σπουδαιότητος εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Θεραπευτικὴν τῆς αὐστηρᾶς ἐπιστημονικῆς μεθόδου τῆς κυριαρχούσης καὶ εἰς τὰς λοιπὰς θετικὰς ἐπιστήμας. Ἡ ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων ἐπὶ τῇ βάσει κλινικής ἐντυπώσεως ἤ μελέτης ὀλίγων περιπτώσεων ἤ ἄνευ μαρτύρων ἤ ἄνευ στατιστικού ἐλέγχου ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν. Σήμερον ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀξίας μιᾶς θεραπείας πρέπει νὰ βασισθῇ ἐπὶ επιμελώς προσχεδιασμένης και στατιστικώς ἠλεγμένης δοκιμῆς». Ο Δοξιάδης ορθώς έδινε μεγάλη σημασία σε αυτό το τελευταίο και ήταν απολύτως αναγκαία η προσπάθειά του εκείνη την εποχή να διαδώσει στην ελληνική παιδιατρική κοινότητα αυτές τις έννοιες και αυτήν την αντίληψη για τις επιστημονικές ιατρικές μελέτες. Μάλιστα, στο πρώτο κεφάλαιο εκείνου του βιβλίου με τίτλο «Εκτίμησις της Αξίας μιας Θεραπείας», αφιερώνει οκτώ ολόκληρες σελίδες στην αναλυτική περιγραφή και επεξήγηση αυτών των εννοιών και αυτών των αντιλήψεων.

Τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2007 δέχτηκα στο γραφείο μου επανειλημμένα τηλεφωνήματα από μια άγνωστη κυρία, της οποίας το όνομα δεν θυμάμαι. Οι κλήσεις της είχαν σαφώς εμπορικό χαρακτήρα. Μου εξήγησε ότι εκπροσωπούσε μια ομάδα ατόμων που μέχρι τότε δεν είχα ακούσει: την εταιρεία «Συνεργάτες για την Επέτειο 150 Χρόνων Παιδιατρικής». «Θα είναι πολύ καλό», είπε, «αν αγοράσετε το πακέτο εκδόσεων της εταιρείας μας, που όλες έχουν θέμα την ελληνική παιδιατρική και το παιδί». Απάντησα ευγενικά ότι δεν ενδιαφέρομαι. Προσπάθησα να παρατηρήσω ότι δεν ασκώ τη γενική παιδιατρική, ότι είμαι παιδοκαρδιολόγος και ότι από το 1979 ασχολούμαι αποκλειστικώς με την παιδιατρική καρδιολογία. Όμως, η κυρία ήταν αποφασισμένη να με μεταπείσει. Με πληροφόρησε ότι αφορμή για τις εκδόσεις ήταν η σπουδαία επέτειος της Παιδιατρικής και ότι είχαν ήδη γίνει, τον Νοέμβριο του 2006, μια σειρά εκδηλώσεων (βραβεύσεις ανθρώπων, επίσημος εορτασμός στο ΟΑΚΑ, κτλ). Η επίμονη τηλεφωνική συνομιλήτρια, για να κάνει την πρότασή της πιο πειστική ή πιο πιεστική, μου ανέφερε ότι επικεφαλής όλων αυτών των εκδηλώσεων και εκδόσεων είναι ο καθηγητής της Παιδιατρικής Γεώργιος Χρούσος. Της είπα ότι γενικώς δεν έχω καλή γνώμη για το ελληνικό πανεπιστήμιο και ιδιατέρως για τις ιατρικές σχολές του, αλλά η κυρία τον χαβά της. Έτσι, μετά από λίγες ημέρες και αφού κατέβαλα το σχετικό αντίτιμο παρέλαβα το «εμπόρευμα»: ένα πακέτο με βιβλία, ένα CD και ένα DVD. Η κύρια έκδοση

ήταν το «επετειακό λεύκωμα» που βλέπετε στη φωτογραφία. Ένα βαρύ, πολυτελέστατο βιβλίο μεγάλου σχήματος αποτελούμενο από 160 σελίδες. Στην αρχή νόμισα ότι η αφορμή για εκείνη την έκδοση ήταν η επέτειος των 150 χρόνων ελληνικής παιδιατρικής, όπως υποδήλωνε και ο τίτλος της εταιρείας που είχε αναλάβει την έκδοσή του. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι το πραγματικό αντικείμενο του βιβλίου ήταν η ιστορία της Πρώτης Πανεπιστημιακής Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που εδώ και πολλά χρόνια εδρεύει στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Μετά από ένα κεφάλαιο με τίτλο «Η Παιδιατρική στην Ελλάδα από τον Όμηρο μέχρι το 1855», το βιβλίο συνεχίζει όχι με την ιστορία της ελληνικής παιδιατρικής, της παιδιατρικής στην Ελλάδα μετά το 1855 όπως θα ήταν λογικό και χρήσιμο, αλλά με την ιστορία μιας μόνο ελληνικής παιδιατρικής κλινικής, μιάς μόνο παιδιατρικής κλινικής στην Αθήνα, μιας μόνο παιδιατρικής κλινικής στο Νοσοκομείο «Η Αγία Σοφία»! Το βιβλίο αφιερώνει 116 σελίδες (δηλαδή το 73% του όγκου του) στη ζωή και το έργο όλων των καθηγητών-διευθυντών της πρώτης πανεπιστημιακής κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1855 μέχρι το 2005 και μόσο σε αυτούς. Αναφέρονται και τιμώνται ακόμα και καθηγητές που ουδεμία σχέση είχαν με τη διδασκαλία της Παιδιατρικής και είτε είχαν απλώς την εποπτεία εκείνης της κλινικής (π.χ. ο καθηγητής Παθολογίας Ευάγγελος Δανόπουλος στο διάστημα 1966-1968), είτε είχαν τη διεύθυνση της κλινικής για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα (π.χ. η καθηγήτρια της Ιατρικής Γενετικής Αικατερίνη Μεταξωτού στο διάστημα 1998-2000). Αυτό, όμως, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη από το πρώτο κιόλας ξεφύλλισμα του βιβλίου, του «Ιστορικού Λευκώματος» όπως το χαρακτηρίζει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο καθηγητής Γιώργος Χρούσος, δεν είναι όσα ονόματα σημαντικών ελλήνων παιδιάτρων περιλαμβάνονται. Είναι όσα ονόματα δεν περιλαμβάνονται. Δεν περιλαμβάνονται τα ονόματα άξιων καθηγητών-διευθυντών, ή διευθυντών μη-πανεπιστημιακών κλινικών, από άλλες παιδιατρικές κλινικές. Κλινικές που υπήρχαν το 2005 στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στα Ιωάννινα και αλλού. Πιστεύω ότι αυτό ήταν μια σοβαρή παράλειψη, ένα λάθος. Και φυσικά ουδεμία αναφορά γίνεται σε έναν γίγαντα της ελληνικής παιδιατρικής, τον Σπύρο Δοξιάδη! Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε αρνηθεί το 1968 να κάνει τον Δοξιάδη (ήδη τότε Senior Lecturer του University of Sheffield και Υφηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών) Καθηγητή της Παιδιατρικής. Το 2006 ένα «Ιστορικό Λεύκωμα» απολύτως σχετικό με την ελληνική παιδιατρική και την ιστορία της ουδεμία αναφορά κάνει στη ζωή, το έργο και την προσφορά του Σπύρου Δοξιάδη. Ούτε λέξη! Και αυτό δεν είναι απλώς μια παράλειψη. Είναι μικροψυχία και προσβολή στη μνήμη του Δοξιάδη. Είναι μεγάλο λάθος του καθηγητού Γιώργου Χρούσου, εμπνευστή και υπεύθυνου της έκδοσης του «Ιστορικού Λευκώματος», ο οποίος μάλιστα συμβαίνει να εργάζεται στο ίδιο νοσοκομείο που εργάστηκε για πολλά χρόνια μετά το 1962 και ο Δοξιάδης.

Στις 21 Ιουνίου του 2008, ο έμπειρος δημοσιογράφος Νίκος Νικολάου δημοσίευσε στη μόνιμη στήλη του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» άρθρο με τίτλο «Ο Π. Αυγερινός και τα συμφέροντα που πολεμούσαν το ΕΣΥ». Ο δημοσιογράφος, αφού τονίζει ότι «αυτή η αφήγηση θα πραγματευτεί την περιπέτεια της δημιουργίας του ΕΣΥ…», παραθέτει πρόσφατη συνομιλία του με τον πρώην υπουργό Υγείας Παρασκευά Αυγερινό. Ο δημοσιογράφος σημειώνει ότι «η πρώτη προσπάθεια [για τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος υγείας] έγινε από την κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, 1928 - 1932, αλλά δεν καρποφόρησε λόγω οικονομικής αδυναμίας του κράτους, αλλά κυρίως λόγω της εχθρότητας των ιατρικών συλλόγων και της πανεπιστημιακής ιατρικής κοινότητας. Η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια έγινε στα τέλη της 10ετίας του '70 από τον τότε υπουργό Σπύρο Δοξιάδη» και στη συνέχεια παραθέτει τη σχετική εξιστόρηση του Παρασκευά Αυγερινού, ο οποίος λέει: «Ο Σπ. Δοξιάδης υπήρξε από τις αξιολογότερες παρουσίες στο υπουργείο Υγείας και γενικότερα στο χώρο της Υγείας. Αμέσως μετά τη σύνοδο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ) στην Alma Ata το 1977 ξεκίνησε την προσπάθεια για να ανταποκριθεί στις προτάσεις της ΠΟΥ “υγεία για όλους το 2000”, που σήμαινε να οργανωθούν οι υπηρεσίες υγείας μέχρι το 2000. Πίστεψε και αγωνίστηκε για ένα σύστημα υγείας αλλά δεν του το επέτρεψε το κόμμα του. Προσπάθησε για τη δημόσια υγεία, για την οργάνωση των υπηρεσιών υγείας και τη λειτουργία των νοσοκομείων, ιδιαίτερα όμως αναφερόταν στην πρωτοβάθμια φροντίδα (πρωτοβάθμια περίθαλψη την ονόμαζε)». Και συνεχίζει ο Αυγερινός: «[ο Δοξιάδης] ετοίμασε σχέδιο νόμου το οποίο επιχείρησε δύο φορές να το φέρει στη Βουλή αλλά δεν του το επέτρεψαν οι βουλευτές του κόμματός του. Από όσα γνωρίζω, είχε την έγκριση του Καραμανλή αλλά οι αντιστάσεις ήταν αξεπέραστες. Διάβασα το σχέδιο νόμου του Σπ. Δοξιάδη, τις σκέψεις του στην εισηγητική έκθεση, όπως διάβασα και τα γράμματα με τις κατηγορίες που δεχόταν από γιατρούς της Ν.Δ. οι οποίοι τον χαρακτήριζαν... επικίνδυνο σοσιαλιστή!!! Είναι δε προς τιμήν του Σπ. Δοξιάδη ότι όλα αυτά δεν τα θεώρησε δικά του, προσωπικά, και τα άφησε στο υπουργείο. Δεν συμφωνούσα βέβαια με το σχέδιό του και τις προτάσεις του, αλλά ανεξάρτητα απ' αυτό ήταν μια πολύ σοβαρή προσπάθεια».  

Το 2013, εξεδόθη το βιβλίο του Παρασκευά Αυγερινού με τίτλο «Η Αλλαγή Τέλειωσε Νωρίς – Τρεις ιστορίες από την πολιτική μου ζωή». Στη δεύτερη «ιστορία» του, δηλαδή στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που έχει τον τίτλο «Ποιος δεν ήθελε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) - Οι αντιστάσεις στις μεταρρυθμίσεις», ο Αυγερινός αφιερώνει τέσσαρες ολόκληρες σελίδες (σ. 150-153) στον προκάτοχό του στο Υπουργείο Υγείας Σπύρο Δοξιάδη. Μιλάει με ιδιαιτέρως

κολακευτικό τρόπο για τον Δοξιάδη, εξιστορεί τις προσπάθειές του για τη δημόσια υγεία και αναφέρεται ειδικότερα στο σχέδιο νόμου του 1980. Μιλάει αναλυτικά και κατατοπιστικά για τις ισχυρές αντιστάσεις και την υπονόμευση που ο Δοξιάδης είχε αντιμετωπίσει (και που τις θεωρεί παρόμοιες με εκείνες που αντιμετώπισε στη συνέχεια και ο ίδιος το διάστημα 1982-1984). Γράφει: «…στο σχέδιο νόμου “Μέτρα Προστασίας της Υγείας” που ετοίμασε [ο Δοξιάδης], κύριος στόχος ήταν η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Περίθαλψης και ήταν επόμενο οι πολέμιοι του συστήματος να το χαρακτηρίσουν απαράδεκτο και να καταπολεμηθεί η πολύ σοβαρή δουλειά του. Δεν θα άφηνε ποτέ η δύναμη των συμφερόντων να αναληφθεί αυτός ειδικά ο τομέας από το δημόσιο. Στον τομέα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης είναι τα λεφτά, τα πολλά λεφτά, και δεν θα τον άφηναν στη ευθύνη του δημοσίου». Ο Αυγερινός αποκαλύπτει αυτούς που πρωταγωνίστησαν στον πόλεμο εναντίον του Δοξιάδη και τις εχθρικές επιστολές που του έστελναν. Οι κομματικοί γιατροί της Ν.Δ., συνεπικουρούμενοι από μερίδα του τότε φιλοκυβερνητικού τύπου, χαρακτήριζαν τα μέτρα ως αντίθετα με την πολιτική της κυβέρνησης και ως «μαρξιστικού χαρακτήρα». Διαβάζουμε λοιπόν για τον «Τομέα Υγείας της Ν.Δ.», την «Κλαδική Οργάνωση γιατρών της Ν.Δ.», την «Κλαδική Οργάνωση Ιατρών Πειραιώς» και αντίστοιχα ονόματα γιατρών αυτών των οργανώσεων: Ευάγγελος Κωστόπουλος, Δ. Κυρζόπουλος, Πάνος Διαμαντάκος, Νικήτας Κακλαμάνης, Δημ. Στάθης, Μαριέττα Γιαννάκου, Β. Σωτηρόπουλος, Ελευθ. Μαστρονικόλας και Σταμ. Μαγιάτης. Αυτό που με ξαφνιάζει διαβάζοντας τον κατάλογο των ονομάτων είναι μόνο ένα πράγμα: «Μαριέττα Γιαννάκου». Άνθρωπος ευφυής,  καλλιεργημένος, έντιμος και με φιλοευρωπαϊκή κουλτούρα η Γιαννάκου, ήταν εκείνη την εποχή μπλεγμένη σε οργανώσεις ατόμων μικρών και εμπαθών και πολεμούσε κι αυτή μαζί τους το σχέδιο και το όραμα του Δοξιάδη! Ξαφνιάζομαι λοιπόν και ενοχλούμαι επειδή σκέφτομαι: τι σχέση - ηθική, διανοητική και αισθητική - μπορεί να έχει η Μαριέττα Γιαννάκου με τον Νικήτα Κακλαμάνη για παράδειγμα, που ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Yale University των ΗΠΑ, θεωρεί (με άρθρο του στην «Καθημερινή» στις 31 Οκτωβρίου 2010) «κλασικό παράδειγμα λαϊκισμού»; Τι σχέση - ηθική, διανοητική και αισθητική - μπορεί να έχει με τον Δημήτρη Κυρζόπουλο για παράδειγμα, τον συνδικαλιστή της Ν.Δ. που, αν και σκληρός πολέμιος του νομοσχεδίου Δοξιάδη το 1980, φρόντισε ωστόσο να κατακτήσει διευθυντική θέση στο ΕΣΥ του Γ. Γεννηματά λίγα χρόνια αργότερα και στη συνέχεια να εξελιχτεί σε πειθήνιο υπηρέτη όλων των κομματικών δοικήσεων του νοσοκομείου παίδων «Π. και Αγλ. Κυριακού» στην Αθήνα; Απορίες… Ο Δοξιάδης λοιπόν, συνεχίζει ο Αυγερινός, απάντησε στους κομματικούς γιατρούς της Ν.Δ. με λιτή επιστολή του στις 20 Ιουνίου 1980, στην οποία έγραφε και τα εξής: «...τελειώνοντας θέλω να τονίσω πως είναι ενδεχόμενο μερικές κατηγορίες γιατρών να νομίσουν ότι θίγονται ορισμένα συμφέροντά τους. Πρέπει όμως, ελπίζω, να συμφωνήσετε μαζί μου, ότι αν υπάρξει δίλημμα μεταξύ προαγωγής της υγείας του Ελληνικού λαού και διατήρησης των πλεονεκτημάτων ορισμένων ομάδων, για ένα κόμμα όπως η Νέα Δημοκρατία το πρώτο να έχει μεγαλύτερο βάρος».


Τελειώνοντας, θέλω να εξηγήσω γιατί θεωρώ τον Σπύρο Δοξιάδη έναν ξεχωριστό γιατρό για την εποχή του. Θα διερωτηθεί ίσως αυτός που διαβάζει την αφήγησή μου: «καλά, δεν υπήρξαν άραγε και άλλοι εξαιρετικοί γιατροί, παδίατροι ή επιστήμονες στην εποχή του;». Ναι, υπήρξαν. Χωρίς αμφιβολία υπήρξαν, τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και στη μη-ακαδημαϊκή ιατρική. Μερικούς από αυτούς είχα την τύχη να τους έχω δασκάλους στη διάρκεια των βασικών ιατρικών μου σπουδών στην Αθήνα. Ήσαν άτομα που είχαν κάνει εξαιρετικές σπουδές στο εξωτερικό, κυρίως στην Ευρώπη και λίγοι από αυτούς στις ΗΠΑ. Μερικοί ήσαν πολύ καλοί δάσκαλοι και ερευνητές, ή πολύ καλοί κλινικοί (διαγνωστές και θεραπευτές), ή και τα δύο μαζί. Μερικοί ήσαν και γοητευτικοί ομιλητές στα αμφιθέατρα. Όμως, οι περισσότεροι από αυτούς επιστρέφοντας στην Ελλάδα - παρόλο που έβλεπαν ότι το σύστημα υπηρεσιών υγείας, τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία συγκροτούσαν μια κατάσταση αναχρονιστική, αναποτελεσματική και άδικη - ουδέν έπραξαν για να αξιοποιήσουν τις αποκτηθείσες στο εξωτερικό εμπειρίες τους και να επιχειρήσουν να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο, να σπρώξουν λιγάκι τη χώρα προς τα εμπρός. Οι περισσότεροι συμβιβάστηκαν αμέσως με αυτήν την πραγματικότητα και την αξιοποίησαν για την προσωπική τους επαγγελματική επιτυχία, χωρίς πολλές ανησυχίες και σκέψεις για το κοινωνικό σύνολο. Αυτή λοιπόν είναι ακριβώς η μεγάλη διαφορά. Ο Δοξιάδης ήταν μπολιασμένος από την επιθυμία της αλλαγής των κακώς κειμένων στην Υγεία και την Περίθαλψη, και παρέμεινε μέχρι τέλους αφοσιωμένος στον στόχο της προσφοράς στην κοινωνία. Όπως προκύπτει από αυτήν την αφήγηση, δεν ήταν μόνο ένας εξαίρετος παιδίατρος και ερευνητής. Δεν ήταν μόνο ένας ακούραστος δάσκαλος - «δάσκαλος αρρώστων, οικογενειών, ιδρυμάτων και της Πολιτείας» ο ίδιος. Στον νου του είχε διαρκώς ένα καλύτερο μέλλον για τον άρρωστο, για τις οικογένειες, για τους γιατρούς, για το κοινωνικό σύνολο. Ήταν, με άλλα λόγια, ένας οραματιστής και ένας αυθεντικός εκσυγχρονιστής. Προσπάθησε - όχι πάντοτε επιτυχώς - να φέρει την ελληνική κοινωνία πιο κοντά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Το έκανε με αντικειμενικότητα και ψυχραιμία, με συνέπεια, με θάρρος και με αυξημένο αίσθημα ευθύνης - αρετές που επίσης προσπάθησε να διδάξει και στους νεότερους γιατρούς. Ήταν ένα παράδειγμα άξιο προς μίμηση, ένα πρότυπο πνευματικού ανθρώπου.

«Ο γιατρός από την εντελώς ιδιαίτερη θέση που έχει μπορεί πολλά να πετύχει αρκεί να θέλει να πάρει ευθύνες. Το βάρος μπορεί να είναι μεγάλο αλλά τα αποτελέσματα της αδιαφορίας και της αποχής είναι καταστροφικά» (Σπύρος Δοξιάδης, 1974)


Δημήτρης Δασκαλόπουλος

23 Φεβρουαρίου 2015

  

Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter: