Ο καφές και η “Επιστροφή” του Μάνου Χατζιδάκι - αναμνήσεις, μελωδίες και τραγούδια ως αντίδοτα στην απομόνωση της πανδημίας

«Μια φορά κι έναν καιρό…» λοιπόν… Ναι, ένα βροχερό βράδυ το φθινόπωρο του 1970 μαζί με ένα γλυκό κορίτσι, φοιτήτρια ιατρικής που είχα γνωρίσει το καλοκαίρι στην Αγγλία, αναζητώντας κατάλληλο μέρος για να πιούμε έναν καλό καφέ και να συζητήσουμε βρεθήκαμε στου “Παπασπύρου” στη λεωφόρο Συγγρού. Θυμάμαι τώρα και γελάω με τη διαδικασία παρασκευής του καφέ εκείνα τα χρόνια. Μια τελετουργία που τώρα μού φαίνεται πολύ αστεία αλλά που τότε ήταν μέρος της διαδικασίας, μέρος της απόλαυσης. Ο καφές στις σπάνιες ρομαντικές φοιτητικές εξόδους είχε τότε όνομα και διεύθυνση. Ονομαζόταν ζεστός κλασικός Nescafé, που απολαμβάναμε συνήθως ή στο πατάρι του “Γαϊτανάκη”, του συμπαθητικού μικρού ζαχαροπλαστείου στην πλατεία Μαβίλη, ή στου “Φλόκα” στη λεωφόρο Κηφισίας απέναντι από το γηροκομείο. Άνοιγες, θυμάμαι, προσεχτικά το φακελάκι του καφέ και το άδειαζες στο άδειο φλιτζάνι. Το ίδιο έκανες και με το φακελάκι της ζάχαρης. Έριχνες μετά στο φλιτζάνι λίγο από το ζεματιστό νερό, κρατούσες με το ένα χέρι το φλιτζάνι και με το κουταλάκι στο άλλο χέρι προσπαθούσες να ανακατώσεις το μίγμα χτυπώντας το γρήγορα γύρω-γύρω μέχρι να δημιουργηθεί κάποιο είδος κρέμας. Συμπλήρωνες το χτυπημένο μίγμα στο φλιτζάνι με ζεστό νερό και άρχιζες επιτέλους να απολαμβάνεις τον ταλαιπωρημένο, χτυπημένο καφέ! Λίγο καιρό αργότερα μυήθηκα αναγκαστικά στον στιγμιαίο κρύο – αλλά επίσης χτυπημένο – Nescafé, πιο γνωστό ως “φραπέ”. Πρώην συμφοιτητές με συμβούλεψαν ότι απαραίτητα εργαλεία για να αντεπεξέλθει κάποιος ως νεοσύλλεκτος στις συνθήκες της βασικής εκπαίδευσης στο στρατόπεδο στην Κόρινθο ήταν ο αφρός ξυρίσματος (αφρός για πιο γρήγορο ξύρισμα – όχι κρέμα και πινέλο) και ένα χτυπητήρι για τον φραπέ. Το τελευταίο ήταν ένα πλαστικό μπεζ κύπελλο που έκλεινε στεγανά με το σκούρο καφέ θολωτό καπάκι του. Ο κάθε σοβαρός και αξιόμαχος στρατιώτης, λοιπόν, την άνοιξη του 1972 είχε πάντα στον σάκο του το χαρακτηριστικό πλαστικό χτυπητήρι (shaker) του φραπέ και μερικά φακελάκια Nescafé – λείψανα πια και τα δύο μιας ολόκληρης εποχής. Προσπάθησα για πολλά χρόνια να διασώσω εκείνο το κύπελλο-χτυπητήρι μέχρι που χάθηκε σε μια από τις πολλές μετακομίσεις που ακολούθησαν.

Στου “Παπασπύρου” λοιπόν εκείνο το βράδυ… Μια μεγάλη αίθουσα, με πολλά φώτα, πολύ κόσμο και πολύ καπνό. Όλα φάνταζαν υπερβολικά μεγάλα, υπερβολικά φωτεινά, υπερβολικά ψεύτικα. Υπήρχαν και κάτι ασυνήθιστοι δερμάτινοι καναπέδες με ψηλή πλάτη, όπου θα μπορούσες ίσως να αναζητήσεις λίγη απομόνωση. Στις γωνίες της αίθουσας υπήρχαν συσκευές τηλεόρασης. Της τηλεόρασης που τότε ήταν ασπρόμαυρη, σε πλήρη αντιστοιχία με την ασπρόμαυρη ζωή μας στην Ελλάδα των συνταγματαρχών. Κάποια στιγμή προσέξαμε και οι δυο μας ασυνήθιστα ευχάριστες και άγνωστες μελωδίες να έρχονται από τη μεριά της τηλεόρασης. Γυρίσαμε αμέσως το κεφάλι ξαφνιασμένοι. Η εκπομπή παρουσίαζε καινούργια τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι που ζούσε τότε στη Νέα Υόρκη. Νιώσαμε σαν να έγινε ξαφνικά έγχρωμη η τηλεόραση, σαν να έγινε για λίγο έγχρωμη η ζωή μας. Εκείνη κι εγώ αγαπούσαμε με πάθος τη μουσική του Χατζιδάκι. Εκείνη λάτρευε τον δίσκο “Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (1965), ενώ εγώ προτιμούσα παλιότερα έργα του όπως τις “Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές” (1954), τις “Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” (1962), τα έργα του για το Θέατρο, τη μουσική και τα τραγούδια από την παράσταση “Οδός Ονείρων” (1962), και φυσικά το ανεπανάληπτο “Δεκαπέντε εσπερινοί” (1964) που άκουγα ακατάπαυστα ως μαθητής γυμνασίου. Στη διάρκεια της απουσίας από την ελληνική μουσική πραγματικότητα του λατρεμένου Μάνου, που ζούσε τότε στις ΗΠΑ (1966-1972), οι δημιουργίες των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Λοΐζου, Σαββόπουλου, Σπανού, και Πλέσσα ήταν μια παρηγοριά, αλλά – όπως λένε – υποκατάστατο της αληθινής αγάπης δεν υπάρχει… Λίγο καιρό αργότερα, εκείνα τα τραγούδια, που αντιπροσωπεύουν τη λαϊκότερη πλευρά της μουσικής του Μάνου, ηχογραφήθηκαν στις εγκαταστάσεις της Columbia και κυκλοφόρησαν το 1971 από την εταιρεία Columbia-EMI, τα δικαιώματα της οποίας είχαν τότε οι “Αφοί Λαμπρόπουλοι”. Ο τίτλος του δίσκου (LP) ήταν “Επιστροφή” (έργο του 1969). Ο φίλος του Χατζιδάκι ποιητής Νίκος Γκάτσος τού έστελνε εκείνον τον καιρό στίχους και εκείνος τους έντυνε με τις μελωδίες του, τους έκανε τραγούδια. Έτσι έγινε και με αυτόν τον δίσκο. Την ενορχήστρωση και τη διεύθυνση της ορχήστρας ανέλαβε ο Δήμος Μούτσης, πιστός μαθητής του Χατζιδάκι και ευνοούμενος εκείνον τον καιρό συνθέτης του Γκάτσου. Τα τραγούδια ερμήνευσαν ο Μπιθικώτσης και η Γαλάνη - σε ένα τραγούδι συμμετείχε η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μπουζούκι έπαιζαν ο Κώστας Παπαδόπουλος με τον Λάκη Καρνέζη. Στο πίσω μέρος του φακέλου του LP του 1971 διαβάζω: «Επιτέλους! Ένας καινούργιος “Χατζιδάκις”! Με υπερηφάνεια, η COLUMBIA πάντα πρωτοπόρος, παρουσιάζει κάτι που έλειπε εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια» και «… η συμμετοχή του στιβαρού Μπιθικώτση και της νεαράς Δήμητρας Γαλάνη, αποτελούν εγγύησιν μιας ποιότητος υψηλής στάθμης και μιας ερμηνείας αντάξιας του Μάνου Χατζιδάκι». Ο δίσκος επανεκδόθηκε σε ψηφιακή μορφή το 2004 και πάλι το 2010. Στο CD αυτών των επανεκδόσεων, το εξώφυλλο ήταν έργο του Αλέκου Φασιανού.

Έχουν περάσει πενήντα χρόνια από εκείνο το βράδυ στου “Παπασπύρου”. Σκέφτομαι ότι πέρασαν υπερβολικά γρήγορα. Έχω πάντα το παράπονο ότι ποτέ κανείς δεν με προειδοποίησε, ούτε και με ρώτησε πόσο γρήγορα θα ήθελα να περνάνε τα χρόνια. Το «γλυκό κορίτσι» έγινε παρελθόν, χάθηκε και αυτό μέσα στις ομιχλώδεις συνθήκες της δεκαετίας του ’70. Της εποχής των ανησυχιών, των αναζητήσεων, των αναθεωρήσεων. Και των μικρών προσωπικών επαναστάσεων, που με οδήγησαν άλλοτε σε συγκρούσεις (και μεγάλες ταλαιπωρίες) με γελοίους ένστολους δυνάστες και άλλοτε σε μικρές οικογενειακές κρίσεις. Ωστόσο, η αγάπη για τον καφέ, τον Χατζιδάκι και την καλή ελληνική μουσική παρέμειναν ζωντανές. Στη Σκωτία και την Αγγλία κατάφερα να μην ενδώσω στο δέλεαρ του τσαγιού και της απογευματινής τελετουργίας του “teatime”. Και αργότερα στις ΗΠΑ η σχέση μου με τον καφέ εμπλουτίστηκε με νέες ποικιλίες, νέα αρώματα, νέα σερβίτσια, νέες καλύτερες καφετιέρες. Εκεί αποφάσισα να πάρω και το οριστικό διαζύγιο από το γάλα και τη ζάχαρη με τον καφέ για λόγους πρακτικούς, πράγμα που από μόνο του αποτελεί μια μικρή ανέκδοτη ιστορία. Ο καφές ήταν βέβαια πανταχού παρών στα νοσοκομεία και τα αμφιθέατρα μαζί με τα σχετικά βουτήματα. Στο μικρό τραπέζι η το καρότσι, τα “biscuits” του Aberdeen και του Liverpool είχαν αντικατασταθεί εδώ από αμερικανικά “cookies”. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι για τις ανάγκες της πρωινής επίσκεψης στους θαλάμους ο καφές δεν προσφερόταν για απόλαυση – ήταν περισσότερο μια αναγκαία κλωτσιά για εγρήγορση και προσοχή. Στους διαδρόμους των νοσοκομείων υπήρχε πάντα κάθε πρωί μια τεράστια ασημί καφετιέρα (“percolator”), συνήθως με μια μικρή βρύση στο κάτω μέρος, που έφτιαχνε φρέσκο καφέ. Δίπλα της υπήρχαν στήλες από μικρά άσπρα ποτήρια του καφέ μιας χρήσεως (styrofoam coffee cups), ζάχαρη, γάλα και κάποτε και cookies. Στην πρωινή επίσκεψη (rounds) στους θαλάμους των ασθενών, που συνήθως άρχιζε στις 7:30 το πρωί, κάθε ένας από τους συναδέλφους μου άρπαζε ένα άσπρο ποτήρι, το γέμιζε αμέσως και προχωρούσε βιαστικός. Στην προσπάθειά μου να προσθέσω στο ποτήρι μου λίγο γάλα ή ζάχαρη καθυστερούσα και συχνά αναγκαζόμουνα να τρέξω – με τον καυτό καφέ στο χέρι – για να μην μείνω πίσω από τους άλλους. Αυτό δεν μπορούσα να το ανεχτώ κι έτσι μια μέρα αποφάσισα να πίνω πια σκέτο καφέ (“black coffee”) στα “rounds”, στα συνέδρια, στα ταξίδια, στο σπίτι, παντού.

Όσο για τον Χατζιδάκι και την καλή ελληνική μουσική, μπορώ απλώς να πω ότι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην αντιμετώπιση της δοκιμασίας της ξενιτιάς – ναι, δεν το κρύβω, παρόλα τα καλά της και τα επαγγελματικά οφέλη, η δωδεκαετής ξενιτιά ήταν για εμένα και μια σκληρή δοκιμασία. Στη βαλίτσα της επιστροφής μου εκεί μετά τις διακοπές υπήρχαν πάντα ελληνικοί δίσκοι, ελληνικά βιβλία και ελληνικά “art prints” (αντίγραφα ζωγραφικών έργων, αντίγραφα χαρακτικών και posters). Πριν από λίγες ημέρες, είχα την ευκαιρία να ακούσω πάλι ύστερα από πολύ καιρό την “Επιστροφή” στην επανέκδοσή της με το CD του 2010. Λένε ότι μερικά κρασιά γίνονται καλύτερα με τον καιρό. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αληθές. Μερικές μουσικές, όμως, γίνονται πράγματι καλύτερες με τον καιρό. Οι μουσικές βεβαίως δεν αλλάζουν, δεν υπόκεινται σε κάποιο είδος χημικής παλαίωσης. Απλώς αλλάζουμε εμείς, αλλάζει ο τρόπος που ακούμε τη μουσική, αλλάζουν οι σημερινές μας ανάγκες και εντέλει η σημερινή σημασία της μουσικής στη ζωή μας και η σχέση μας μαζί της. Αλλάζει ακόμα και η σημερινή σχέση μας με τις λέξεις, όταν υπάρχουν στίχοι ή ποιήματα που συνοδεύουν τη μουσική. Στην “Επιστροφή” οι στίχοι του Γκάτσου είναι πολύ δυνατοί, πολύ αισθαντικοί. Κάποτε μάλιστα νιώθω να ταυτίζομαι απολύτως με μερικούς από αυτούς.

Ακούστε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, καλή ελληνική μουσική – και μουσική γενικότερα – όσο μένετε αναγκαστικά στο σπίτι λόγω της πανδημίας και των απαγορεύσεων. Προσέξτε τους στίχους, διαβάστε αργά-αργά τα ποιήματα. Διαβάστε κάποια από τα αδιάβαστα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης. Μπορεί να βοηθήσουν κι εσάς να γιατρέψτε τη δυσφορία του ακούσιου εγκλεισμού και της απομόνωσης. Αφεθείτε στον εν δυνάμει λυτρωτικό ρόλο των αναμνήσεων. Καλλιεργήστε τη μνήμη. Αντισταθείτε στη λήθη. Μιλήστε, γράψτε, τραγουδήστε, ονειρευτείτε!

3 Δεκεμβρίου 2020


Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter: