Ο Τάσος

Πόσα λόγια μπορούν άραγε να χωρέσουν σε τρεις ώρες; Πόσες αναμνήσεις; Πόσα συναισθήματα;

Με τον Τάσο γνωριζόμαστε από παιδιά. Μαζί στο δημοτικό σχολείο, μαζί και στο γυμνάσιο. Μαζί παίξαμε τη δεκαετία του 1950, παρέα και με άλλα παιδιά, στη γειτονιά που ορίζεται από την εκκλησία “Φανερωμένη”, το τέταρτο δημοτικό σχολείο, τα Ψηλά Αλώνια και την οδό Μητροπόλεως. Το 1963 έφυγα από το Αίγιο κι από τότε χαθήκαμε. Τον ξαναβρήκα χάρη στο facebook – μία από τις πολλές όψεις της μαγικής δύναμης της τεχνολογίας της πληροφορίας. Εκεί πρόσεξα πριν από λίγους μήνες το όνομά του κι έτσι γίναμε διαδικτυακοί φίλοι. Λίγα λεπτά αργότερα τα λέγαμε στο τηλέφωνο. Ο Τάσος, καταξιωμένος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού της χώρας μας, ζει με την οικογένειά του εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική, όπου εργάζεται ως ανώτατος αξιωματούχος της διοίκησης των ΗΠΑ στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. Βρέθηκε για λίγο καιρό στην Ελλάδα για διακοπές. Κι έτσι, πριν από λίγες ημέρες είχαμε τη θαυμάσια ευκαιρία να συναντηθούμε. Όχι διαδικτυακά, αλλά από κοντά αυτήν τη φορά! Την ημέρα μετά την εθνική μας εορτή, μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή ημέρα. Σε επαρχιακή ταβέρνα λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από το αγαπημένο μας Αίγιο. Ύστερα από 56 ολόκληρα χρόνια!.. «Κάτσε απέναντί μου για να σε βλέπω» μου είπε μόλις φτάσαμε στο ακριανό τραπέζι κι αρχίσαμε την κουβέντα μας. Όχι, δεν δακρύσαμε. Η κουβέντα μας πάντως είχε πολλή αγάπη - «Αγάπη» ήταν και το όνομα της ταβέρνας. Μιλήσαμε ακατάπαυστα για τρεις ώρες, για πολλά πράγματα. Με την Κλαίρη και την Έφη να μας παρακολουθούν χαμογελαστές. Μιλήσαμε για τις κοινές αναμνήσεις μας από το παλιό Αίγιο. Για πράγματα παλιά, για ανθρώπους αγαπημένους που δεν είναι πια κοντά μας, για τις διαδρομές μας στη ζωή έως τα τώρα. Για την εκδρομή με όλο το δημοτικό σχολείο στο κατάφυτο από πεύκα τότε παραθαλάσσιο χωριό “Λαμπίρι”. Τότε που μας φωτογράφισε αγκαλιασμένους πλανόδιος φωτογράφος. Μιλήσαμε για τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας. Μιλήσαμε και για όσα τον ενοχλούν στο σημερινό Αίγιο και στη σημερινή Ελλάδα – πράγμα εντελώς φυσικό για κάποιον που ζει σε μια χώρα που ο νόμος έχει πραγματικό νόημα και που το κράτος είναι φίλος και συμπαραστάτης του πολίτη. Θυμηθήκαμε και τις εκπληκτικές δικές του αθλητικές επιδόσεις στο άλμα επί κοντώ στα γυμνασιακά μας χρόνια. Του εξομολογήθηκα και το δικό μου μόνιμο παράπονο που στις «γυμναστικές επιδείξεις» του Γυμνασίου Αρρένων Αιγίου την άνοιξη του 1963 με νίκησε στον αγώνα ταχύτητας 100 μέτρων. Τότε δηλαδή που, ενώ θεωρούσα τον εαυτό μου φαβορί για την κούρσα, κατάφερα να τερματίσω τέταρτος ανάμεσα σε έξι δρομείς, με τον Τάσο να κόβει πρώτος το νήμα.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σηκωθήκαμε για να φύγουμε. Ζήτησα να φωτογραφηθούμε. Ο Τάσος θέλησε να έχουμε πίσω μας την αιωνόβια ελιά. «Θα προσεύχομαι για σένα κι ας μη πιστεύεις!» μου είπε. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Σε λίγες ώρες, ο Τάσος και η Ελληνίδα σύζυγός του θα πάρουν το αεροπλάνο για να επιστρέψουν στο Chicago. Δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να τους ζηλεύω ή όχι. Ένα πάντως είναι βέβαιο: επιστρέφουν σε μια πατρίδα που ο υπάλληλος στις αφίξεις στο αεροδρόμιο σε αντιμετωπίζει με σεβασμό και συχνά σού λέει χαμογελαστός αφού ελέγξει το διαβατήριό σου: “Welcome Home!”.

2 Νοεμβρίου 2019


Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter: